Ο Jean Trinh δεν είναι απλώς ο ιδιοκτήτης του Alquímico. Πίσω από τις διακρίσεις και τη διεθνή αναγνώριση βρίσκεται ένας άνθρωπος βαθιά σκεπτόμενος και ουσιαστικός. Σε ένα press trip το περασμένο καλοκαίρι, είχα την ευκαιρία να τον ακούσω να μου αφηγείται την προσωπική του διαδρομή — και να τον γνωρίσω πραγματικά.
By Denny Kallivoka
Θαυμάζω τον Jean και τη δουλειά του. Tα τελευταία χρόνια. παρακολουθούσα στενά τις παρουσιάσεις και τα σεμινάριά του γιατί διέφεραν. Αυτά που λέει δεν αφορούν ποτέ μόνο τα ποτά. Αφορούν τους ανθρώπους, την ευθύνη, τον πολιτισμό και τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η φιλοξενία στον κόσμο γύρω μας — μια οπτική που με εμπνέει σταθερά.
Ο Jean Trinh δεν είναι απλώς ο ιδιοκτήτης του Alquímico στην Καρταχένα στην Κολομβία— ενός bar με διεθνή αναγνώριση και σημαντικές παγκόσμιες διακρίσεις, ανάμεσά τους σταθερές παρουσίες στη λίστα World’s 50 Best Bars και το Sustainable Bar Award. Είναι επίσης ένας υπέροχος άνθρωπος. Έξυπνος, ευαίσθητος, βαθιά ευγενής, με χιούμορ, παθιασμένος, χαμηλών τόνων.

Το μπαρ του πέρα από μια πολύ πετυχημένη επιχείρηση, λειτουργεί ως μια ζωντανή πλατφόρμα για τις τοπικές κοινότητες. Μαζί με την ομάδα του, συνεργάζονται ενεργά με αγρότες, τεχνίτες και αυτόχθονες κοινότητες, φροντίζοντας ώστε η τοπική γνώση, ο πολιτισμός και τα μέσα βιοπορισμού τους να μην αντιμετωπίζονται απλώς με σεβασμό, αλλά να ενσωματώνονται στην καθημερινή πρακτική.
Το περασμένο καλοκαίρι, στο πλαίσιο του The Bar in Front of the Bar – Island Tour, περάσαμε τρεις ημέρες παρέα. Μοιραστήκαμε cocktail, ελληνικό φαγητό με τους γενναιόδωρους οικοδεσπότες μας, τον Κωνσταντίνο και τον Άλεξ, γέλια, συζητήσεις. Εκείνες τις ημέρες είχα την ευκαιρία να ακούσω την προσωπική του ιστορία πιο ολοκληρωμένα — και αυτήν την ιστορία μοιράζομαι τώρα μαζί σας.
Denny Kallivoka: Ας ξεκινήσουμε με λίγα λόγια για εσένα. Από πού κατάγεσαι και πώς σε οδήγησε η ζωή στον χώρο του bar;
Jean Trinh: Γεννήθηκα στη Γαλλία από Βιετναμέζους γονείς. Οι γονείς μου κατάγονταν από το Βιετνάμ — συγκεκριμένα από την πόλη Χο Τσι Μινχ. Είχαν επιχείρηση εκεί, αλλά στα τέλη της δεκαετίας του ’70 αποφάσισαν να φύγουν λόγω της πολιτικής κατάστασης. Ο κομμουνισμός έκανε τη ζωή ολοένα και πιο δύσκολη, ειδικά σε ό,τι αφορούσε την εκπαίδευση. Οι γονείς μου συνειδητοποίησαν ότι δεν θα μπορούσαν να δώσουν στα αδέλφια μου τη δυνατότητα να σπουδάσουν, κι έτσι πήραν τη δύσκολη απόφαση να τα αφήσουν όλα πίσω.
Πούλησαν ό,τι είχαν, αγόρασαν ένα καράβι, συγκέντρωσαν όλη την ευρύτερη οικογένεια και έφυγαν από το Βιετνάμ. Έγιναν αυτό που αποκαλούμε «boat people» — πρόσφυγες. Πρώτα πήγαν στη Μαλαισία και έμειναν για αρκετούς μήνες σε ένα νησί. Τελικά, το 1978, ένας συγγενής μας τηλεφώνησε στις γαλλικές αρχές επιβεβαιώνοντας τους οικογενειακούς δεσμούς. Έτσι μας δέχτηκαν στη Γαλλία.
Έφτασαν χωρίς τίποτα — μόνο με μία βαλίτσα για όλη την οικογένεια. Εκείνη την περίοδο είχαν ήδη γεννηθεί τρεις αδελφές και ένας αδελφός. Στη Γαλλία, η μητέρα μου δούλεψε ως καθαρίστρια σε σχολείο και ο πατέρας μου σε βαψίματα και οικοδομές. Αποταμίευσαν χρήματα και, μετά από λίγα χρόνια, αγόρασαν ένα food truck. Έτσι ξεκινήσαμε — πουλώντας βιετναμέζικο φαγητό στις αγορές της Γαλλίας.
Γεννήθηκα το 1982, οπότε μεγάλωσα μέσα στη φιλοξενία από πολύ μικρή ηλικία. Αρχικά με το food truck και αργότερα, όταν οι γονείς μου άνοιξαν εστιατόριο, ήμουν πάντα εκεί — βοηθώντας στην κουζίνα ή με τους πελάτες.
Παράδοξο είναι ότι οι γονείς μου πάντα μου έλεγαν: «Ποτέ, μα ποτέ, μην ασχοληθείς με τη φιλοξενία». Ήθελαν πραγματικά να επικεντρωθούμε στην εκπαίδευση. Και το κάναμε. Όλοι μας σπουδάσαμε σκληρά.

D.K.: Τι σπούδασες;
Μηχανικός. Μετά την αποφοίτησή μου, δούλεψα στις κατασκευές — ανακαινίζοντας παλιά κτίρια. Το απολάμβανα πραγματικά. Παρ’ όλα αυτά, ταυτόχρονα είχα πάντα πάθος για τη φιλοξενία. Έτσι, το 2011, ενώ ακόμα εργαζόμουν ως μηχανικός, αποφάσισα — μαζί με φίλους από το πανεπιστήμιο — να κυνηγήσουμε ένα κοινό όνειρο: να ανοίξουμε ένα bar. Αυτό το όνειρο έγινε πραγματικότητα στο Παρίσι, το 2011
D. K. Ποιο bar άνοιξες πρώτο;
J.T. Ήταν κάτι σαν mezcalería — πολύ μικρό. Εκείνη την περίοδο δούλευα ακόμα ως μηχανικός από Δευτέρα έως Πέμπτη βράδυ. Και από την Πέμπτη το βράδυ μέχρι την Κυριακή, δούλευα στο bar.
Μέχρι το 2013, μου έλειπε πολύ η Λατινική Αμερική. Είχα περάσει χρόνο εκεί στο παρελθόν και ένιωθα έντονη την έλξη να επιστρέψω. Έτσι, στα τέλη του 2013, πήρα μια μεγάλη απόφαση: αγόρασα εισιτήριο χωρίς επιστροφή και μετακόμισα στην Κολομβία — σε μια χώρα που δεν είχα καν επισκεφθεί πριν. Δεν είχα σχέδιο, αλλά αποδείχθηκε η καλύτερη απόφαση της ζωής μου. Ζω εκεί από τότε.

D. K. Πώς ξεκίνησες το bar σου και ποιο ήταν το concept;
J.T.Όταν έφτασα στην Καρταχένα — μια από τις πιο ζωντανές και όμορφες αποικιακές πόλεις της Καραϊβικής — ήταν λίγο πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 στη Βραζιλία. Μετά από δύο-τρεις μήνες, συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε ένα χαλαρό μέρος για να δει κανείς τους αγώνες, να αράξει και να περάσει καλά. Έτσι άρχισα να ψάχνω χώρο.
Τελικά βρήκα έναν και άνοιξα ένα bar με δύο πολύ βασικές ιδέες:
-Mια οθόνη και έναν προβολέα για να δείχνουμε τους αγώνες.
– Να είναι όσο το δυνατόν πιο προσιτό και χαλαρό.
Αυτό που δεν είχα αναφέρει είναι ότι μετακόμισα στην Κολομβία με μόλις 7.000 ευρώ — ποσό που έπρεπε να καλύψει τόσο τη διαβίωση όσο και το άνοιγμα του bar. Το πρώτο αυτό bar στην Καρταχένα ονομαζόταν El Laboratorio. Ξεκίνησα σχεδόν από το μηδέν.
Τότε, η κουλτούρα των cocktails στην Κολομβία ήταν αρκετά περιορισμένη. Οι bartenders έμεναν κυρίως στα διεθνή classics, χρησιμοποιώντας εισαγόμενα υλικά από τις ΗΠΑ ή την Ευρώπη. Το πρόβλημα; Αυτά τα cocktails κόστιζαν όσο ολόκληρο το ημερομίσθιο ενός ντόπιου — εντελώς απρόσιτα για τους περισσότερους.
Έτσι αποφάσισα να ακολουθήσω έναν διαφορετικό δρόμο. Η Κολομβία είναι μία από τις πιο βιοποικιλόμορφες χώρες στον κόσμο — γεμάτη φρούτα, βότανα και αρωματικά. Άρχισα να πειραματίζομαι με macerations και τοπικά υλικά και μείωσα τις τιμές των cocktails κατά τα δύο τρίτα. Αυτό έκανε το El Laboratorio το πιο προσιτό bar της πόλης, αλλά και ένα από τα πιο δημιουργικά.
Από την πρώτη μέρα, ο κόσμος το αγάπησε — για να βλέπει αγώνες, να χαλαρώνει και να πίνει εξαιρετικά cocktails χωρίς να ξοδεύει μια περιουσία.
Δέκα μήνες μετά το άνοιγμα, είχα ήδη ομάδα 12 ατόμων. Τότε κατάλαβα ότι είχε έρθει η ώρα να εξελιχθούμε. Έκλεισα το El Laboratorio και άρχισα να ψάχνω χώρο στην Παλιά Πόλη της Καρταχένα.
Μετά από έξι μήνες αναζήτησης, βρήκα τον ιδανικό χώρο — ένα πανέμορφο αλλά εντελώς ερειπωμένο σπίτι. Αυτό έγινε το νέο σπίτι του Alquímico.
Χρησιμοποίησα τις αποταμιεύσεις από τον πρώτο μου χρόνο στην Κολομβία και βασίστηκα στο υπόβαθρό μου ως μηχανικός — χάρη στους γονείς μου που πάντα έλεγαν «πήγαινε σχολείο!» — για να ανακατασκευάσω τον χώρο από την αρχή. Έτσι γεννήθηκε το Alquímico.

D. K. Άνοιξες λοιπόν τον νέο σου χώρο. Πώς εξελίχθηκε από εκεί και μετά;
J.T. Είδα την ευκαιρία και την αξιοποίησα. Άνοιξα το bar και στην αρχή λειτουργούσε μόνο το ισόγειο — ήμασταν μια ομάδα πέντε ανθρώπων. Μετά από έναν χρόνο ανοίξαμε τον δεύτερο όροφο, προσθέτοντας ένα ακόμη bar και μια κουζίνα. Δύο χρόνια αργότερα, εγκαινιάσαμε την ταράτσα. Εκείνη τη στιγμή η ομάδα είχε φτάσει τα 24 άτομα.
Σήμερα, η ομάδα μας πλησιάζει τα 100 άτομα.
Ήταν χρόνια σκληρής δουλειάς — χωρίς καμία οικονομική στήριξη από τράπεζες. Ειλικρινά όμως, πιστεύω ότι αυτό τελικά μας ωφέλησε. Σήμαινε ότι κάθε βήμα ανάπτυξης προερχόταν αποκλειστικά από την επανεπένδυση όσων παρήγαγε το ίδιο το bar. Όλα εξελίχθηκαν οργανικά — τόσο η ιστορία του χώρου όσο και της ομάδας.
Και είμαι πραγματικά περήφανος για ό,τι έχουμε χτίσει. Ήταν ένα σπουδαίο σχολείο — όχι μόνο για τη φιλοξενία, αλλά για τη ζωή. Μας έμαθε πώς να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες και να βρίσκουμε λύσεις, με τον ίδιο τρόπο που έχω δει ανθρώπους να το κάνουν στην Ελλάδα: όταν κάτι δεν πάει καλά, δεν μένεις στο πρόβλημα· σκέφτεσαι τι μπορείς να κάνεις μετά.
Το concept λειτούργησε, το bar γνώρισε επιτυχία και μετά… ήρθε η COVID. Αποφάσισες να κάνεις κάτι πραγματικά ασυνήθιστο για την ομάδα σου. Θέλεις να μας πεις αυτή την ιστορία;
Ναι. Όταν ξέσπασε η πανδημία και η ανασφάλεια εξαπλώθηκε παγκοσμίως — ειδικά στη Λατινική Αμερική — στην Κολομβία δεν υπήρχε καμία κρατική στήριξη για επιχειρήσεις σαν τη δική μας. Ως επιχειρηματίες, ήμασταν μόνοι μας. Οι περισσότεροι χώροι απέλυσαν όλο το προσωπικό τους. Εγώ όμως δεν ήθελα να το κάνω αυτό.
Τότε η ομάδα μας αριθμούσε 55 άτομα. Τους συγκέντρωσα όλους και τους είπα:
«Μην ανησυχείτε. Πάντα λέμε ότι δεν έχουμε ποτέ χρόνο για εκπαίδευση — τώρα τον έχουμε. Οπότε, αντί να δουλεύουμε στο bar, θα αφιερώσουμε 48 ώρες την εβδομάδα στη μάθηση.»

Ο πρώτος μήνας ήταν εκπληκτικός — γεμάτος ενέργεια. Όμως εγώ βρισκόμουν υπό τεράστια πίεση, γιατί συνέχιζα να πληρώνω το 100% των μισθών. Αυτή ήταν η συμφωνία: εγώ θα τους πλήρωνα κανονικά και, σε αντάλλαγμα, θα επενδύαμε στους εαυτούς μας μέσω της εκπαίδευσης.
Μετά από έναν μήνα, όμως, τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν. Μίλησα με την οικογένειά μου στη Γαλλία, όπου η κατάσταση ήταν διαφορετική — εκεί το κράτος κάλυπτε το 80% των μισθών. Μία από τις αδελφές μου, βλέποντας πόσο δύσκολα πήγαιναν τα πράγματα, μου είπε:
«Γιατί δεν παίρνεις την ομάδα και δεν πάτε στο αγρόκτημα;»
Εκείνη τη στιγμή, η ιδέα έμοιαζε αδύνατη. Το lockdown στην Κολομβία ήταν αυστηρό — μπορούσαμε να βγαίνουμε από το σπίτι μόνο μία φορά κάθε δέκα ημέρες για να αγοράσουμε τρόφιμα. Και το αγρόκτημα; Βρισκόταν 1.000 χιλιόμετρα μακριά από το bar. Είχα αγοράσει τη γη, ναι, αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί — ούτε σπίτι, ούτε υποδομές.
Αρχικά εκνευρίστηκα με την πρόταση. Μετά όμως πήρα μια ανάσα και έκανα ένα τηλεφώνημα. Επικοινώνησα με τον άνθρωπο που λίγο πριν την πανδημία είχε φτιάξει μια στέγη από μπαμπού στο αγρόκτημα. Τον ρώτησα:
«Μπορείς να μετατρέψεις αυτή τη στέγη σε ένα κατοικήσιμο σπίτι — μέσα σε έναν μήνα;»
Μου είπε ναι.
Τότε κάλεσα την ομάδα. Τους είπα ότι, δυστυχώς, σε έναν μήνα θα έπρεπε να σταματήσω να πληρώνω μισθούς. Δεν επρόκειτο απλώς για εργαζόμενους — μιλούσαμε για 55 οικογένειες. Ήταν σπαρακτικό να το πω.
Τους έδωσα όμως μια επιλογή:
«Μπορείτε να μείνετε. Δεν θα μπορώ πια να σας πληρώνω μισθό, αλλά θα καλύπτω τη διατροφή, τη μετακίνηση και τη στέγη σας. Θα πάμε στο αγρόκτημα, θα ξεκινήσουμε τα πάντα από το μηδέν και θα χτίσουμε κάτι καινούργιο — μαζί.»
Μετά από λίγες ημέρες, οι μισοί είπαν ναι.
Έτσι, στις 15 Μαΐου 2020, μετακομίσαμε στο αγρόκτημα. Το σπίτι δεν ήταν έτοιμο, οπότε χωριστήκαμε σε δύο ομάδες — η μία δούλευε στη γεωργία, η άλλη στην κατασκευή. Μετά από πολλές δυσκολίες, χτίσαμε ένα σπίτι αρκετά μεγάλο για όλους μας. Και ζήσαμε εκεί — μαζί.
Και έτσι ξεκίνησε η ιστορία του αγροκτήματος.
Δεν μπορείς να φανταστείς — κάθε μέρα, κάθε ιστορία από εκείνη την περίοδο. Τόσα βράδια, τόσα ποτά… θα χρειαζόμασταν μέρες για να καθίσουμε και να τα αφηγηθούμε όλα. Αλλά κάποια στιγμή θα στα δείξω. Θα στα δείξω στην Κολομβία.
Μετά από περίπου ενάμιση μήνα, ολοκληρώσαμε το σπίτι και μετακομίσαμε μέσα. Εκείνη η στιγμή είναι κάτι που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ζούσαμε μαζί, δουλεύαμε μαζί — και καταγράφαμε όλη τη διαδρομή. Μοιραζόμασταν όσα συνέβαιναν, γιατί ξέραμε ότι αυτό που ζούσαμε ήταν καθοριστικό.
Μερικούς μήνες αργότερα, όταν οι αρχές επέτρεψαν τελικά την επαναλειτουργία των bar, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα καθώς επέστρεφα στην Καρταχένα. Ήταν από το Λονδίνο, από την ομάδα των 50 Best. Μου είπαν:
«Jean, θέλουμε εσένα και την ομάδα σου να είστε το πρώτο bar από την Κολομβία που μπαίνει ποτέ στη λίστα των 50 Best.»

Και δεν ήταν μόνο αυτό — την ίδια χρονιά λάβαμε και το Sustainable Bar Award. Αναγνώρισαν την ιστορία του αγροκτήματος, την προσπάθεια και τον τρόπο με τον οποίο ανταποκριθήκαμε στην κρίση — όχι με φόβο, αλλά με δημιουργικότητα, φροντίδα και ανθεκτικότητα.
Από τότε, το αγρόκτημα έχει γίνει κεντρικό κομμάτι όσων κάνουμε. Έχει γίνει και το σπίτι μου — όταν βρίσκομαι στην Κολομβία, ζω εκεί τον περισσότερο χρόνο.
Αυτή η εμπειρία άλλαξε εντελώς τον τρόπο που βλέπουμε τη δουλειά μας. Όχι μόνο την καθημερινότητα, αλλά και τον σκοπό πίσω από αυτήν. Ακόμη και πριν από την πανδημία, κινούμασταν προς πιο συνειδητές πρακτικές. Από τότε όμως, το όραμά μας διευρύνθηκε ώστε να περιλαμβάνει όλους γύρω μας: αυτόχθονες κοινότητες, αγρότες, τεχνίτες και οποιονδήποτε μπορούμε να ενδυναμώσουμε μέσα από αυτό που κάνουμε.

D. K. Πες μου για το κολιέ. Το κολιέ με την τίγρη.
J.T. Ναι — αλλά χρειάζεται λίγη εισαγωγή.
Η Κολομβία είναι απίστευτα ποικιλόμορφη, τόσο στη φύση όσο και στον πολιτισμό. Υπάρχουν πολλές αυτόχθονες φυλές σε όλη τη χώρα. Κοντά στο αγρόκτημα, στο τέλος της πανδημίας, γνώρισα μία από αυτές. Τους ρώτησα πώς επιβίωσαν στη διάρκεια του lockdown.
Η απάντησή τους ήταν απλή: «Ζούμε από την τέχνη μας.»
Εκείνη την ημέρα, ο σαμάνος φορούσε ένα κολιέ — χειροποίητο, με μια τίγρη. Τον ρώτησα πώς θα μπορούσαμε να τους στηρίξουμε. Και μου είπε:
«Αγοράστε από εμάς.»
Και αυτό κάναμε. Ξεκινήσαμε μια συνεργασία.
Κάθε κολιέ είναι μοναδικό και χρειάζονται 8 έως 10 ημέρες για να κατασκευαστεί. Κάθε χρόνο, τα Χριστούγεννα, χαρίζουμε ένα σε κάθε μέλος της ομάδας του Alquímico. Σήμερα μιλάμε για πάνω από 100 ανθρώπους.
Αυτή η συνεργασία στηρίζει 20 αυτόχθονες οικογένειες καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Τα κολιέ αυτά δεν πωλούνται. Είναι δώρα — είτε για την ομάδα μας είτε για στενούς φίλους από όλο τον κόσμο που έρχονται στην Κολομβία και μας αφιερώνουν τον χρόνο τους. Περνούν τρεις ή τέσσερις ημέρες στο αγρόκτημα, βλέπουν τι κάνουμε, επισκέπτονται το bar, ζουν την εμπειρία. Μετά από αυτό, λαμβάνουν κι εκείνοι το δικό τους.

D. K. Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, το bar είναι κάτι περισσότερο από ένα bar για εσένα. Είναι ένα μέσο έκφρασης — ίσως κι ένας τρόπος να προσφέρεις πίσω;
Ακριβώς.
Για μένα, η φιλοξενία έχει γίνει πλατφόρμα. Είμαστε πολύ ευαίσθητοι σε όσα συμβαίνουν — στην Καρταχένα, στην Κολομβία, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο όταν ταξιδεύουμε.
Ξέρεις όμως τι έχω συνειδητοποιήσει; Ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία δεν είναι τα guest shifts.
Τα guest shifts είναι ωραία, αλλά είναι σύντομα. Σερβίρεις ποτά, συνδέεσαι, όμως ο χρόνος είναι περιορισμένος — και συνήθως μιλάς μόνο για cocktails.
Έτσι τώρα, όποτε ταξιδεύω, προσπαθώ πάντα να δίνω ένα μάθημα — ακόμη κι αν δεν μου το ζητήσει κανείς. Έστω μία ώρα, όπου κάθομαι με την ομάδα του bar και μιλάμε. Όχι μόνο για ποτά, αλλά για τον κλάδο, τον πολιτισμό και τη συνολική εικόνα πίσω από αυτό που κάνουμε.
Δεν μιλάω για cocktails σε αυτές τις συζητήσεις — όχι επειδή δεν τα αγαπώ, αλλά επειδή ο λίγος χρόνος που έχουμε πρέπει να αξιοποιείται για κάτι βαθύτερο. Θέλω να χρησιμοποιώ αυτόν τον χρόνο για να βοηθήσω τους ανθρώπους να ανοίξουν τα μάτια τους σε όσα συμβαίνουν γύρω τους — και ίσως να εμπνευστούν ώστε να πάρουν αποφάσεις που βελτιώνουν τη ζωή άλλων.
Αυτό μπορεί να αφορά το προσωπικό σου, την κοινότητά σου, την οικογένειά σου, τους αγρότες σου — εξαρτάται από το πού ζεις. Αλλά πιστεύω ότι οπουδήποτε στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι των οποίων η ποιότητα ζωής μπορεί να βελτιωθεί. Και όλοι μας — όχι μόνο τα bar και τα εστιατόρια, αλλά ο καθένας — μπορούμε να είμαστε μέρος αυτής της βελτίωσης.
Μέσα από το μοίρασμα, τη συνεργασία και τη συλλογική προσπάθεια, μπορούμε πραγματικά να αλλάξουμε ζωές.
D. K. Αν έρθω στο bar σου χωρίς να γνωρίζω τίποτα για το αγρόκτημα ή την ιστορία σου — τι εμπειρία θα έχω; Ποια είναι η αίσθηση του Alquímico;
J.T. Η ιδέα είναι απλή: να νιώσεις ευπρόσδεκτος από τη στιγμή που περνάς την πόρτα. Να ζήσεις μια αληθινή εμπειρία. Το τι ακριβώς θα είναι αυτή η εμπειρία εξαρτάται λίγο από την ώρα της ημέρας που θα έρθεις — αλλά σε κάθε περίπτωση, ο στόχος είναι να νιώσουν οι άνθρωποι όμορφα.

Οι περισσότεροι επισκέπτες δεν γνωρίζουν ολόκληρη την ιστορία πίσω από όσα κάνουμε. Αν ρωτήσουν, είμαστε χαρούμενοι να τη μοιραστούμε. Αν όχι, βρίσκονται απλώς εδώ για να περάσουν καλά — και αυτό είναι απολύτως αρκετό.
Φυσικά, τα cocktails μας είναι βαθιά ριζωμένα στην Κολομβία. Χρησιμοποιούμε αποκλειστικά τοπικά προϊόντα. Τα μόνα πράγματα που εισάγουμε είναι τα βασικά αποστάγματα — όλα τα υπόλοιπα είναι 100% κολομβιανά, και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Μέσα από τα ποτά, το φαγητό, το service και τη μουσική, στόχος μας είναι να αναδείξουμε τον πλούτο του κολομβιανού πολιτισμού και των ανθρώπων του.
Αν κάποιος έρθει, περάσει καλά και θελήσει να επιστρέψει — αυτός είναι ο στόχος.
Επίσης, είναι πολύ σημαντικό για εμάς το bar να παραμένει προσιτό. Δεν είμαστε ένας πολυτελής χώρος για λίγους. Αντιθέτως, είμαστε το πιο προσιτό bar στην Καρταχένα και θέλω να το διατηρήσω έτσι. Υποδεχόμαστε ανθρώπους από όλο τον κόσμο, αλλά είναι εξίσου σημαντικό για μένα οι ντόπιοι Κολομβιανοί να νιώθουν ότι αυτό το bar είναι και δικό τους.
D. K. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
